Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2012

Παλαιές διηγήσεις...


Παραθέτουμε εδώ μερικές διηγήσεις τις οποίες κατέγραψε ο Οικονόμος παπα-Γιώργης Ρήγας(1884-1960) στο έργο του Σκιάθου Λαϊκός Πολιτισμός, που εκδόθηκε από την Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών λίγο μετά την εκδημία του. Οι διηγήσεις που παραθέτουμε αφορούν σκωπτικές διηγήσεις και παραδόσεις που διαδραματίζονται στο Κάστρο, τον 18ο και 19ο αιώνα. Τα παραθέτουμε όπως ακριβώς έχουν δημοσιευτεί, αποτυπώνοντας ακριβώς το γλωσσικό ιδίωμα της Σκιάθου.

Ὁ Καραχμέτης (σ. 181)

‘‘Ὁ Καραχμέτης μὴν θαρρῆτε πὼς ἦταν Τοῦρκος. Ἦταν Ῥωμιός, Κουμπῆς τοῦ Νικολάου, ἔτσι τὸν ἐλέγανε. Καὶ τὰ εἶχε καλὰ μὲ τὸν Καπετὰν Πασᾶ, τὸν Καρὰ-Ἀχμέτ, καὶ γι᾿ αὐτὸ τὸν εἴπανε κὶ αὐτὸν Καραχμέτη. Κ᾿ ἐχώρισε τὴν πρώτη γυναῖκα του, τὸ Συραϊνώ, ἐπειδὴ ἔτσ᾿ τὸ ἤθελε, γιατὶ δὲν ἔκανε παιδιά. Κ᾿ ἐπῆγε ἀπάνω στὴ φεργάδα τὴν τούρκικη, ποὺ ἦταν ἀραγμένη ἐκεῖ κάτω, στὸ Μέγα-Γιαλό, κ᾿ ἐπῆρ᾿ ἕναν παπᾶ μὲ τὸ στανιό, νὰ τὸν σταφανώσῃ μὲ ἄλλην, ποὺ τὴν ἔλεγαν Λελούδα.  Κὶ ὁ παπᾶς θέλησε νὰ τοὺς γελάσῃ, κι ἄρχισε νὰ διαβάζῃ τὴ Μεγάλη Παράκλησι, ἀντί νὰ διαβάζῃ τὰ γράμματα τοῦ γάμου. Μὰ ὁ Κουμπῆς, άγκαλὰ κι ἀγράμματος, τὸ κατάλαβε καὶ τότε ὁ Παςᾶς ἐφοβέρισε τὸν παπᾶ. Κι ὁ παπᾶς ζὸρ – ζουρνὰ τοὺς ἐστεφάνωσε, κι ἀπὸ τὸ φόβο του ἀρρώστησε κι ἀπέθαν᾿ ὑστερ᾿ ἀπὸ λίγον καιρό. Ἡ πρώτη ἡ γυναῖκα του, τὸ Συραϊνώ, ἦταν τόσο ἀθῴα ψυχή, ποὺ παρακάλεσε τὸν Κουμπῆ νὰ καθήσῃ στὸ σπίτι του, νὰ τοῦ ἀνατρέφῃ τὰ παιδιά του, ποὺ θὰ ἔκανε μὲ τὴ Λελούδα. Ἀπὸ τότε ὁ Κουμπῆς τοῦ Νικολάου ὠνομάσθη ἀπ᾿ ὅλο τὸ χωριὸ Καραχμέτης, κ᾿ οἱ ἀπόγονοί του ὀνομάζονται μέχρι σήμερον Καραχμεταῖοι’’.



Οἱ γυναῖκες τοῦ παλιοῦ καιροῦ

(διήγηση Κυρατσούλας Ραγιᾶ, ἐτῶν 60 σ. 187)
‘‘Τὸ bαλιὸ gιρὸ οἱ γ᾿ναῖκις ἤτανι πολὺ γιρὲς. Ὅdις χτίσανι ν Ἁγι - Ἀνασταςὰ στοὺ Πρυΐ, οἱ γ᾿ναῖκις gβανούσανι τὰ μάρμαρα στοὺ κιφάλ᾿ τς ἀπ᾿ τοὺ γιαλὸ ἴσαμι τοὺ Πρυΐ κὶ νέθανι κι ὅλα στοὺ δρόμου. Μάρμαρα θιώρατα gβανούσανι. Τόσο γιρὲς ἤτανι τότις οἱ γ᾿ναῑκις’’.


Από τις διηγήσεις σκωπτικές Τούρκων (σ. 107)

 ‘‘Μιὰ φουρὰ ἕνας παπᾶς φιλουνικοῦσι μ᾿ ἕνα χόdζα. Οὑ χόdζας ἔλιι πὼς οἱ Τοῦρκ᾿ ἔχνι πιὸ πουλλοὶ ἅγιοι ἀποὺ μᾶς, κὶ οὑ παπὰς ὑπουστήρζι πὼς οἱ Χριστιανοὶ ἔχνι πιὸ πουλλοί. Βάνανι λοιπὸν στοίχ᾿μα νὰ μιτρήσ᾿ οὑ καθένας τσοὶ θκοί τ᾿ τα ἅγιοι, κὶ στοὺ gάθι ἕνανι νὰ βγαίν᾿ κὶ ἀποὺ μιὰ τρίχα ἀπ᾿ τὰ γένεια τ᾿ ἀλλνοῦ.
Ἄρχασι πρώτους οὑ χόdζας κὶ μέτρησι καμμιὰ δικαριὰ ἅγιοι Τοῦρκ᾿ κὶ ξιρρίζουσι καμμιὰ δικαριὰ τρίχις ἀπ᾿ τὰ γένεια τ᾿ παπᾶ. «Δὲν ἔχουμι ἄλλουνι» λέει οὑ χόdζας.
Ἄρχασι κὶ οὑ παπᾶς τότις κὶ μιτροῦσι τσοὶ θκοί μας τα ἅγιοι˙ «Ἅις Γιώργ᾿ς, ἅις Δημήτρις, ἅις Γιάνν᾿ς, ἅις Βασίλ᾿ς, ἅις Κουσταdινους, ἅγια Λέν᾿» κὶ δός του ἔβγινι τρίχις ἀπ᾿ τ᾿ χόdζα τὰ γένεια. Σὰ μέτρησι καμμιὰ πινηdαριά, λέει στοὺ τέλους˙ «Ἅγιοι Πάνdες» κὶ τράβηξι οὗλα τὰ γένεια τ᾿ χόdζα κὶ τὰ ξιρρίζουσι οὗλα’’.


Από τις τοπικές ευτράπελες διηγήσεις


Διήγηση 1. σ. 99

‘‘Ἕνας στοὺ Κάστρου ηὗρι μιὰ καβούρα κάτ᾿ στοὺ γιαλό, χουμέν᾿ σὶ μιὰ πέτρα. Ἔχουσι τοὺ χέρ᾿ τ᾿ τότις αὐτὸς νὰ νὶ πάρ᾿. Κὶ καθὼς εἶχι πιασμέν᾿ d᾿ gαβούρα μὶ τ᾿ χούφτα τ᾿, δὲ bουροῦσι νὰ βγάλ᾿ τοὺ χέρ᾿ τ᾿ ὄξ᾿ ἀb bέτρα. Δὲ gαταλάβινι οὑ χαζὸς ν᾿ ἀφήσ᾿ d᾿ gαβούρα κὶ ν᾿ ἀνοίξ᾿ τ᾿ χούφτα τ᾿ κὶ νὰ βγάλ᾿ τοὺ χέρ᾿ τ᾿ ἀπάν᾿. Ἔτς᾿ ἀπόμνι κειδὰ οὕλ᾿ τ᾿ νύχτα κὶ τοὺ προυΐ τοὺν ηὕρανι πιθαμένουνι’’.


Διήγηση 2. (Χαρ. Μιτζέλου, ἐτῶν 70, σ. 99).

‘‘Στοὺ Κάστρου μιὰ φουρὰ γύρσι τοὺ βράδ᾿ οὑ ἄdρας μιανῆς ἀπ᾿ τὴ δλειά τ᾿ κὶ ἀρουτάει τὴ γ᾿ναῖκα τ᾿˙ «Τι ἔκαμις νὰ φάμ᾿ ἀπόψ᾿; -Τίπουτα, ἄdρα.    –Τίπουτα, λέει, δὲν ἔκαμις; Τίπουτα; -Τι θαλὰ βάνου νὰ βράσου, λέει κείν᾿, ἀφοῦ δὲν εἶχα τίπουτα νὰ μαγειρέψου; -Τοὺ λάλαρου[1], τς λέει κείνους, θαλὰ βάν᾿ς, κακουμοῖρα, νὰ κὰμ᾿ς φαεῖ.»
Αὐτὸς ἤθιλι νὰ τα πῇ πὼς ἔπριπι νὰ βράσ᾿ ὅ,τ᾿ νά ᾿τανι, κρουμμύδια, νιρό˙ φαεῖ μουναχὰ ἔπριπι νὰ ἔχ᾿ ἕτοιμου. Αὐτήν᾿ θαρροῦσι πὼς τα του ᾿πι ἀλήθεια κὶ ν ἄλλ᾿ τὴν μέρα, βαίν᾿ τοὺ λάλαρου νὰ τούνι βράσ᾿. Πάει πάλι τοὺ βράδ᾿ οὑ ἄdρα τα, ν ἀρουτάει τι φαεῖ ἔκαμι. «Τοὺ λάλαρου, λέει, ἄdρα, «ἁπ᾿ μοῦ ᾿πις μαγειρεύου. –Σώπα, λέει, μὴ σ᾿ ἀκούσνι κὶ σὶ καταλάβνι πόσου μουρλὴ εἶσι.»
Τόσου ἁπλὸς ἤτανι κεῖνα τὰ χρόνια οὑ κόσμους’’.


Διήγηση 6. (σ. 100)

‘‘Ἕνας Σκιαθίτης πῆι σ᾿ ξενιτειὰ κ᾿ ὕστιρ᾿ ἀποὺ κάμπουσα χρόνια γύρσι πάλι στοῦ Σκιάθου. Σὰ γύρσι, αὐτὸς ἤθιλι νὰ κάμ᾿ τοὺ ξιβγινισμένουνι. Μιὰ μέρα πῆι σαόξ᾿ κ᾿ ἔκαμι πὼς δὲ ξέρ᾿ τάχα τοὺ δρόμου ἁπ᾿ πααίν᾿ στοὺ Κάστρου κὶ ἀρώτσι ἕνα ξουμιρίτ᾿ ˙ «Ποῦ εἶνι οὑ δρόμους, ἁπ᾿ πααίν᾿ στὶς Κάστρις;» Κὶ τ᾿ ἀπαντάει οὑ ξουμιρίτ᾿ς˙ «Κειδὰ πάν᾿ εἶνι πιταμένα τὰ παλιουτσάρχα σ᾿»’’.



[1] . Ὠοειδὴς ἢ σφαιρικὴ πέτρα, μὲ ἐπιφάνεια λεία καὶ χρῶμα λευκὸ ἢ φαιό. Λάλαροι εὑρίσκονται στὶς πολυπληθεὶς ἀμμουδιὲς τῶν ὁρμίσκων τῆς Σκιάθου. Καὶ ὅταν τὸ μέγεθός των εἶναι σὰν τοῦ πορτοκαλιοῦ, τουλάχιστον, λέγονται λάλαροι, ὅταν δὲ εἶναι μικρὲς σὰν αὐγὰ ἢ μικρότερες, λέγονται λαλαρίδια.